Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Η ζωή μοιάζει με σπίθα απο το πουθενά
είμαι στην φάση, μου έκαψαν τα όνειρα ξανά
Είδα χθες ένα αστέρι, να πέφτει
σκοτώθηκα, κάτι μέσα μου δεν αντέχει


Ψάχνω για λίγο μέσα μου τον ταξιδιώτη.
Ηττήθηκα, με αποκαλώ πια προδότη.
Ξυπνάω και κοιτώ τη μέρα,
το όνειρο, το έκανα θανατηφόρα σφαίρα

Έχω ηττηθεί
δεν βρίσκω άλλη λέξη για το παραιτηθεί.
Άραγε χρωστάω πουθενά την επιστροφή;
Οι ουτοπίες ξένες πια, δεν έχω αντοχή

Ναι, υπήρξε εποχή που συμβιβάστηκα με το όνειρο
Ταξίδευα για μέρη μακρινά, σε τρένο χωρίς οδηγό
Ο ευτυχισμένος, που ήμουν κάποτε πίστευε στο άπειρο
με τη συναισθηματική δολοφονία, όλα κατοχυρώθηκαν στο άκυρο

Είναι φρικτό, αλλά τρέφω μέσα μου ένα δολοφόνο,
δεν ζω πια όνειρα, τα σκοτώνω μόνο
Έχω χαλαρώσει, είναι συμβιβασμός να περπατάς ελεύθερος;
το υπέγραψα με οργή, νιώθω δεύτερος

Εντάξει, ίσως μια μέρα, να αλλάξω μονοπάτι,
το ευτυχισμένος, παραμένει σαν προοπτική στο χάρτη
Μια μέρα, θα με συνθλίψουν οι αξιώσεις της ευτυχίας,
ο θρίαμβος μιας ματωμένης πορείας

Η κούραση φταίει, για την απελπισία,
ο πόνος, δεν είναι ευτυχία
Με έχει καταβάλλει η μελαγχολία των αναμνήσεων
Στοχασμοί, με φέρνουν πίσω στη μνήμη των πεποιθήσεων

Η ζωή, μου είχαν πει δώρο, αρετής.
Μα, την αλήθεια, παραιτήθηκα νωρίς...

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα.
Πάντα ήμουν έτοιμος να καταστραφώ
Πέρασαν χρόνια απο τότε που κλείστηκα στο σκοτεινό μου γραφείο.
Κανένας επισκέπτης. Καμία δουλειά.
Έχω υποβάλει στον ευατό μου ένα μαρτύριο καταπίεσης.
Είμαι αποκλεισμένος απο την ευτυχία.
Μέσα στον ήχο της ανυπαρξίας, συντάσσω κείμενα υποκρισίας, οργανώνωνω δρώμενα ανασφάλειας.
Αφοσιωμένος σε ματωμένη εργασία, σπάνια ακούω ή πιστεύω ότι ακούω, ευτυχισμένες μελωδίες. Ξέρω, ότι με δολοφονούν. Έτσι δεν γίνεται με τις προσωπικότητες; Έχω την αυτοπεποίθηση του προσώπου...
Δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα...;
Ίσως λίγο φως...

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Η καρδιά μου είναι βουτηγμένη σε θανατηφόρο οξυγόνο,
Προχωρώ με δυσκολία
Τρομάζω
 Έχουν επιβάλει συνειδησιακό καθεστώς θανάτου
Αναζητώ την πόλη.
Οι ογκόλιθοι πληγώνουν την απερισκεψία μου
Βιάζομαι.
Στην άκρη του γκρεμού με περιμένουν θρασύδειλοι υπερασπιστές
Περιλούζεται με αίμα η πόλη μου
Εγκλωβίζεται η ανάγκη μου για στέρηση
Ο ορίζοντας παρασέρνει τους ορίζοντες μου.
Πνίγονται οι θάλασσες
Παντού έχουν επιβληθεί σύνορα.
Ανυπεράσπιστα τείχη θαμμένα στα χώματα των νεκρών.
Οι <<τειχοδιώκτες>>
Συνειδησιακό καθεστώς θανάτου.
Έχω απο ώρα θρυμματιστεί
Το οξυγόνο σκορπίζεται στον αέρα.
Πληγωμένοι άνθρωποι υποβαστάζονται απο την δειλία τους
Εξαναγκάζω τους ανθρώπους σε θάνατο
Παραιτούμαι.
Ίσως και κανείς να μην είναι στην άκρη του γκρεμού.


Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Προσπαθώ να χρηματοδοτήσω ένα  όνειρο.
Με έχουν απειλήσει με νάρκη. Με νάρκες.
Νάρκη είναι να κοιμάσαι.
Νάρκη είναι και να σε σκοτώνουν
Εγώ, κοιμάμαι, σε πλοία εχθρικά.
Αν σκοτωθώ, θα είναι σε θάλασσες.
Η άγκυρα αλυσόδεσε στις πέτρες.
Καταδύομαι. Προσπαθώ να αγκυροβολήσω στην κόλαση
Στο σεντούκι έχω φυλαγμένη μια ματωμένη συνείδηση.
Μόλις την ανακτήσω, θα ψάξω για την χαμένη πόλη.
Δεν έχω ξαναπάει, σε κάτι χαμένο.
Είμαι χαμένος.
Πλάθω αφετήρια.
Ανοίγω το σεντούκι, επειδή τελειώνει το οξυγόνο.
Δεν βρίσκω, Δεν βρίσκω τίποτα.
Κανείς χαμένος δεν βρίσκει.
Πνίγομαι.
Θυμάμαι τη συμβουλή.
Ο πνιγμός θα σε οδηγήσει στην χαμένη πόλη.
Να πνίγεσαι.
Να χάνεσαι.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Μόλις εγκατέλειψα την πατρίδα μου.
Πορεύομαι με έναν ματωμένο χάρτη. Παρακολουθώ τους διαβάτες ενός ματωμένου κόσμου. Είμαι νοσταλγός. Είμαι χαμένος. Με πλησιάζουν οι διαβάτες. Μου προσφέρουν την αφαίμαξη του εγκλωβισμού. Με οδηγούν σε διάβαση. Πιστεύω όσα λένε σαν δικά μου λόγια. Είμαι ο οραματιστής του ματωμένου χάρτη. Στον αναίμακτο κόσμος τους, έχω τα πάντα εκτός απο κατανόηση. Περιφέρομαι στην διάβαση με τον ματωμένο χάρτη μου. Πειθαρχία. Μου τύπωσαν τους διαλόγους μου. Ολόγυρα μου κλόοουν με αλυσοδεμένα γέλια. Σκίζω τον ματωμένο χάρτη. Ποιο το νόημα, να σε εξαθλιώνει ο συνοδοιπόρος σου; Δεν μου αρέσει να με καθοδηγούν. Σκύβω το κεφάλι μου και προσποιούμαι εξευτελισμό. Αφήνω ποιήματα σε τοίχους. Ίσως μια μέρα να ξεγελώ ανθρώπους με τις λέξεις.
 Οραματίζομαι.
 Είναι που μάτωσαν τα χέρια μου.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015


Ελπίζω σε ένα δάσος γεμάτο βόμβες
Κουρασμένος, ματωμένος, πληγωμένος ταξιδιώτης
Αναζήτηση του δολοφόνου μου.
Πίστη δύναμης. Ανέφικτη η πάλη με τους δαίμονες
Δειλία. Ανέφικτη η επιβίωση στο αναίμακτο
Αναζητώ το δολοφόνο, περισσότερο απο την σύγκρουση

Τα πόδια μου πονούν
Περπατώ σε ένα δάσος γεμάτο βόμβες
Αναζήτηση ευτυχίας, σε βαλλιστικό πεδίο κατάρρευσης
Αφοσιωμένος στο στόχο μου, με την ακατανίκητη εμμονή του υπνωτισμού
Αφοσιωμένος σαν θήραμα. Καταδικασμένος σαν κυνηγός.
Καταδικάζω τον απελπισμένο δολοφόνο.

Νιώθω τον πόνο και την απελπισία του.
Τρομακτικό να μην φτάνεις το αδύνατο.
Τρέχω να σωθώ απο την οργή του.
Πονάνε τα πόδια μου.
Ίσως να σωθώ, αν πατήσω βόμβα.
Είμαι ένας φρικτός οπαδός της εξαθλίωσης.
Ένας κυνηγός της αφοσίωσης
Ένα θήραμα της καταδίκης

Παραδίνομαι στην ανελέητη απειλή.
Η πάλη δεν είναι νίκη.
Σκοτώνω τον ευατό μου,.

Εξαφανίστηκα. Μαθαίνω στην ιστορία, πως ρωτούν.
Για εκείνον. Για εκείνον τον ματωμένο ταξιδιώτη.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Έπαψα απο καιρό να φοβάμαι, Δεν φοβάμαι ότι θα πέσω. Δεν φοβάμαι. Δεν νοιώθω φόβο, αλλά το σκέφτομαι. Είναι άραγε το ίδιο να φοβάσαι και να σκέφτεσαι τον φόβο;  Κολυμπώ, σε αυτό που λέγεται ζω σε μια ζωή, δίχως δεσμεύσεις τρόμου, δίχως αλυσίδες. Πνίγομαι, γιατί έπεσα και απο τα χείλη μου στάζει αίμα, αλμυρό. Στάζει, μέσα στο αλμυρό νερό. Δεν θέλω να πνιγώ, ανοίγω το στόμα μου μα δεν ξέρω τι καταπίνω. Αίμα ή νερό; Έτσι είναι και η ζωή. Τη ρουφάς αχόρταγα, αλλά δεν ξέρεις αν η γεύση της θα είναι νερού η αίματος. Λίγο πριν πνιγώ, μια τελευταία εικόνα στην έρημη θάλασσα. Η θάλασσα, λένε αντικατοπτρίζει την ζωή.