Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Νύχτα.
Περπατώ στο έρημο σπίτι μου
Τα βήματα μου αντηχούν στο σαλόνι.
Στο μεγάλο τραπέζι, αντικρίζω το βαλασαμωμένο κοράκι.
Δώρο απο ένα φίλο που ξέχασε.
Τα μάτια του, γουρλωμένα, σαν να έκλαιγε την ώρα που το βαλσάμωναν. Σιωπά και σιωπάνε όλα. Πετρώνει και πετρώνουν όλα.
Χαιδεύω τα φτερά του. Και ας μη νιώθει.
Δυνατός αέρας φυσά απο την ανοιχτή μπαλκονόπορτα.
Τα γέλια που μου έρχονται στη μνήμη είναι επώδυνα.
Ανήκουν στο χτες και ένα ευτυχισμένο παρελθόν ποναέι. Στην έγνοια, είναι που μαθαίνουν όλοι για σένα.
Η  μάθηση δεν έχει συμπόνοια.
Κάποτε είχα ένα ανεμόμυλο. Παιδικό. Πολύχρωμο. Τον είχα φυτέψει σε μια γλάστρα. Στεκόμουν για ώρες και τον κοιτούσα. Όπως φυσούσε ο άνεμος, γυρνούσαν τα φύλλα του και μπλέκονταν τα χρώματα. Εκεί έβλεπα φιλοδοξίες, όνειρα, προορισμούς. Όλα φάνταζαν μαγικά. Τότε.
Αν είμαι μόνος μου;Ναι. Γνωρίζω αράχνες που έζησαν μόνο με τους ιστούς τους και δεν παραπονέθηκαν ποτέ.
Μέσα μου γεννάται η συντριβή.
Τότε, είπα πως τα φύλλα του ανεμόμυλου τα σκόρπισε ο αέρας.
Τώρα, δεν έχω να απολογηθώ.
Δεν προσποιούμαι.
Πιάνω το κοράκι. Το σφίγγω με τα δυο μου χέρια.
Το ρίχνω με οργή στο πάτωμα και θρυματίζεται.
Συγγνωμη αν πονάς. Συγγνώμη αν πόνεσες.
Είμαι γέρος και το σκοτάδι πονά.
Σαν να αφυπνίζεται μέσα μου η ανάσα του θανάτου.
Δεν είχα. Δεν είχα ανεμόμυλο ποτέ...

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Ερημιά. Και κάτι απο τη σιωπή του κόσμου....Ο θάνατος δεν ερμηνεύεται τα μεσάνυχτα. Και όμως οι άνθρωποι καταδικάζουν τον ευατό τους σε μεσάνυχτα σιωπής, ενθουσιασμού, αναγνωσμάτων, οράσεων. Δεν κοιμούνται, πασχίζοντας για παραπάνω δευτερόλεπτα, για παραπάνω στιγμές σε κατι που θα τελειώσει...Εξοστρακίζονται και προσκολλόνται στην μανία της επίτευξης, της απόλαυσης και του μυσταγωγικού θρήνου.Λίμνες και ποτάμια, στο μυστικό της ζωής...Μην κολυμπάς κινδυνεύεις. Μην περπατάς κινδυνεύεις. Μην ζεις απο τους άλλους γιατί είσαι μόνος και έτσι επισφραγίζεται το ολόγραμμα της ανασφάλειας. Το ματωμένο της ψυχής,
της δικής μου ψυχής, χάραξε ένα όραμα. Του θανάτου. Γιατί σαν μόνος ήλιος, επιβραβεύω ακόμη μια αρετή...Κοιτώντας, φθονώντας και χάνοντας...Φεγγάρι κουρασμένο. Για χάρισε ακόμα μια σιωπή...

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Γερασμένα νιάτα

Γερασμένα νιάτα

Αδυσώπητη η σύγκρουση, στα σοκάκια του χειμώνα.
Κρυμένος στα σκοτεινά μονοπάτια, δεν ξέρω αν θα βρω διέξοδο.
Πνιγμένος απο μοναξιά και γερασμένα νιάτα.
Σκοντάφτω επάνω στην πνιγηρή σιωπή.
Κάποτε ζούσα μέσα στην ευτυχία και πονάει.
Απο μακριά, ακούω τις πνιγηρές νότες της θάλασσας.
Αντικρίζω το φεγγαρόφως.
Στα ξύλινα παγκάκια, αντιφεγγίζουν οι ακτίνες.
-Να θυμίσω εδώ, πως όλα προβάλλονται με τη λογική ενός στοιχειωμένου νου-.
Πλησιάζω σιωπηρά στην ακτή.
Θλίψη και οργή, σε πρόσωπο και χέρια.
Βυθίζω τη συγκίνηση στη θάλασσα.
Με τα αδέξια χέρια μου βρίσκω τις πέτρες.
Αντιφεγγίσματα ρητιδιάζουν στο νερό.
Στοχεύω.
Μα αστοχώ. Λίγο για τη γή, λίγο για τους αιώνες.
Καταδίκη. Καταδίκη. Καταδίκη.
Ματωμένο σιωπητήριο επανάληψης.
Τα λόγια της γιορτής, δε γιορτάζονται πια.