Νύχτα.
Περπατώ στο έρημο σπίτι μου
Τα βήματα μου αντηχούν στο σαλόνι.
Στο μεγάλο τραπέζι, αντικρίζω το βαλασαμωμένο κοράκι.
Δώρο απο ένα φίλο που ξέχασε.
Τα μάτια του, γουρλωμένα, σαν να έκλαιγε την ώρα που το βαλσάμωναν. Σιωπά και σιωπάνε όλα. Πετρώνει και πετρώνουν όλα.
Χαιδεύω τα φτερά του. Και ας μη νιώθει.
Δυνατός αέρας φυσά απο την ανοιχτή μπαλκονόπορτα.
Τα γέλια που μου έρχονται στη μνήμη είναι επώδυνα.
Ανήκουν στο χτες και ένα ευτυχισμένο παρελθόν ποναέι. Στην έγνοια, είναι που μαθαίνουν όλοι για σένα.
Η μάθηση δεν έχει συμπόνοια.
Κάποτε είχα ένα ανεμόμυλο. Παιδικό. Πολύχρωμο. Τον είχα φυτέψει σε μια γλάστρα. Στεκόμουν για ώρες και τον κοιτούσα. Όπως φυσούσε ο άνεμος, γυρνούσαν τα φύλλα του και μπλέκονταν τα χρώματα. Εκεί έβλεπα φιλοδοξίες, όνειρα, προορισμούς. Όλα φάνταζαν μαγικά. Τότε.
Αν είμαι μόνος μου;Ναι. Γνωρίζω αράχνες που έζησαν μόνο με τους ιστούς τους και δεν παραπονέθηκαν ποτέ.
Μέσα μου γεννάται η συντριβή.
Τότε, είπα πως τα φύλλα του ανεμόμυλου τα σκόρπισε ο αέρας.
Τώρα, δεν έχω να απολογηθώ.
Δεν προσποιούμαι.
Πιάνω το κοράκι. Το σφίγγω με τα δυο μου χέρια.
Το ρίχνω με οργή στο πάτωμα και θρυματίζεται.
Συγγνωμη αν πονάς. Συγγνώμη αν πόνεσες.
Είμαι γέρος και το σκοτάδι πονά.
Σαν να αφυπνίζεται μέσα μου η ανάσα του θανάτου.
Δεν είχα. Δεν είχα ανεμόμυλο ποτέ...
Περπατώ στο έρημο σπίτι μου
Τα βήματα μου αντηχούν στο σαλόνι.
Στο μεγάλο τραπέζι, αντικρίζω το βαλασαμωμένο κοράκι.
Δώρο απο ένα φίλο που ξέχασε.
Τα μάτια του, γουρλωμένα, σαν να έκλαιγε την ώρα που το βαλσάμωναν. Σιωπά και σιωπάνε όλα. Πετρώνει και πετρώνουν όλα.
Χαιδεύω τα φτερά του. Και ας μη νιώθει.
Δυνατός αέρας φυσά απο την ανοιχτή μπαλκονόπορτα.
Τα γέλια που μου έρχονται στη μνήμη είναι επώδυνα.
Ανήκουν στο χτες και ένα ευτυχισμένο παρελθόν ποναέι. Στην έγνοια, είναι που μαθαίνουν όλοι για σένα.
Η μάθηση δεν έχει συμπόνοια.
Κάποτε είχα ένα ανεμόμυλο. Παιδικό. Πολύχρωμο. Τον είχα φυτέψει σε μια γλάστρα. Στεκόμουν για ώρες και τον κοιτούσα. Όπως φυσούσε ο άνεμος, γυρνούσαν τα φύλλα του και μπλέκονταν τα χρώματα. Εκεί έβλεπα φιλοδοξίες, όνειρα, προορισμούς. Όλα φάνταζαν μαγικά. Τότε.
Αν είμαι μόνος μου;Ναι. Γνωρίζω αράχνες που έζησαν μόνο με τους ιστούς τους και δεν παραπονέθηκαν ποτέ.
Μέσα μου γεννάται η συντριβή.
Τότε, είπα πως τα φύλλα του ανεμόμυλου τα σκόρπισε ο αέρας.
Τώρα, δεν έχω να απολογηθώ.
Δεν προσποιούμαι.
Πιάνω το κοράκι. Το σφίγγω με τα δυο μου χέρια.
Το ρίχνω με οργή στο πάτωμα και θρυματίζεται.
Συγγνωμη αν πονάς. Συγγνώμη αν πόνεσες.
Είμαι γέρος και το σκοτάδι πονά.
Σαν να αφυπνίζεται μέσα μου η ανάσα του θανάτου.
Δεν είχα. Δεν είχα ανεμόμυλο ποτέ...