Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Η καρδιά μου είναι βουτηγμένη σε θανατηφόρο οξυγόνο,
Προχωρώ με δυσκολία
Τρομάζω
 Έχουν επιβάλει συνειδησιακό καθεστώς θανάτου
Αναζητώ την πόλη.
Οι ογκόλιθοι πληγώνουν την απερισκεψία μου
Βιάζομαι.
Στην άκρη του γκρεμού με περιμένουν θρασύδειλοι υπερασπιστές
Περιλούζεται με αίμα η πόλη μου
Εγκλωβίζεται η ανάγκη μου για στέρηση
Ο ορίζοντας παρασέρνει τους ορίζοντες μου.
Πνίγονται οι θάλασσες
Παντού έχουν επιβληθεί σύνορα.
Ανυπεράσπιστα τείχη θαμμένα στα χώματα των νεκρών.
Οι <<τειχοδιώκτες>>
Συνειδησιακό καθεστώς θανάτου.
Έχω απο ώρα θρυμματιστεί
Το οξυγόνο σκορπίζεται στον αέρα.
Πληγωμένοι άνθρωποι υποβαστάζονται απο την δειλία τους
Εξαναγκάζω τους ανθρώπους σε θάνατο
Παραιτούμαι.
Ίσως και κανείς να μην είναι στην άκρη του γκρεμού.


Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Προσπαθώ να χρηματοδοτήσω ένα  όνειρο.
Με έχουν απειλήσει με νάρκη. Με νάρκες.
Νάρκη είναι να κοιμάσαι.
Νάρκη είναι και να σε σκοτώνουν
Εγώ, κοιμάμαι, σε πλοία εχθρικά.
Αν σκοτωθώ, θα είναι σε θάλασσες.
Η άγκυρα αλυσόδεσε στις πέτρες.
Καταδύομαι. Προσπαθώ να αγκυροβολήσω στην κόλαση
Στο σεντούκι έχω φυλαγμένη μια ματωμένη συνείδηση.
Μόλις την ανακτήσω, θα ψάξω για την χαμένη πόλη.
Δεν έχω ξαναπάει, σε κάτι χαμένο.
Είμαι χαμένος.
Πλάθω αφετήρια.
Ανοίγω το σεντούκι, επειδή τελειώνει το οξυγόνο.
Δεν βρίσκω, Δεν βρίσκω τίποτα.
Κανείς χαμένος δεν βρίσκει.
Πνίγομαι.
Θυμάμαι τη συμβουλή.
Ο πνιγμός θα σε οδηγήσει στην χαμένη πόλη.
Να πνίγεσαι.
Να χάνεσαι.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Μόλις εγκατέλειψα την πατρίδα μου.
Πορεύομαι με έναν ματωμένο χάρτη. Παρακολουθώ τους διαβάτες ενός ματωμένου κόσμου. Είμαι νοσταλγός. Είμαι χαμένος. Με πλησιάζουν οι διαβάτες. Μου προσφέρουν την αφαίμαξη του εγκλωβισμού. Με οδηγούν σε διάβαση. Πιστεύω όσα λένε σαν δικά μου λόγια. Είμαι ο οραματιστής του ματωμένου χάρτη. Στον αναίμακτο κόσμος τους, έχω τα πάντα εκτός απο κατανόηση. Περιφέρομαι στην διάβαση με τον ματωμένο χάρτη μου. Πειθαρχία. Μου τύπωσαν τους διαλόγους μου. Ολόγυρα μου κλόοουν με αλυσοδεμένα γέλια. Σκίζω τον ματωμένο χάρτη. Ποιο το νόημα, να σε εξαθλιώνει ο συνοδοιπόρος σου; Δεν μου αρέσει να με καθοδηγούν. Σκύβω το κεφάλι μου και προσποιούμαι εξευτελισμό. Αφήνω ποιήματα σε τοίχους. Ίσως μια μέρα να ξεγελώ ανθρώπους με τις λέξεις.
 Οραματίζομαι.
 Είναι που μάτωσαν τα χέρια μου.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015


Ελπίζω σε ένα δάσος γεμάτο βόμβες
Κουρασμένος, ματωμένος, πληγωμένος ταξιδιώτης
Αναζήτηση του δολοφόνου μου.
Πίστη δύναμης. Ανέφικτη η πάλη με τους δαίμονες
Δειλία. Ανέφικτη η επιβίωση στο αναίμακτο
Αναζητώ το δολοφόνο, περισσότερο απο την σύγκρουση

Τα πόδια μου πονούν
Περπατώ σε ένα δάσος γεμάτο βόμβες
Αναζήτηση ευτυχίας, σε βαλλιστικό πεδίο κατάρρευσης
Αφοσιωμένος στο στόχο μου, με την ακατανίκητη εμμονή του υπνωτισμού
Αφοσιωμένος σαν θήραμα. Καταδικασμένος σαν κυνηγός.
Καταδικάζω τον απελπισμένο δολοφόνο.

Νιώθω τον πόνο και την απελπισία του.
Τρομακτικό να μην φτάνεις το αδύνατο.
Τρέχω να σωθώ απο την οργή του.
Πονάνε τα πόδια μου.
Ίσως να σωθώ, αν πατήσω βόμβα.
Είμαι ένας φρικτός οπαδός της εξαθλίωσης.
Ένας κυνηγός της αφοσίωσης
Ένα θήραμα της καταδίκης

Παραδίνομαι στην ανελέητη απειλή.
Η πάλη δεν είναι νίκη.
Σκοτώνω τον ευατό μου,.

Εξαφανίστηκα. Μαθαίνω στην ιστορία, πως ρωτούν.
Για εκείνον. Για εκείνον τον ματωμένο ταξιδιώτη.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Έπαψα απο καιρό να φοβάμαι, Δεν φοβάμαι ότι θα πέσω. Δεν φοβάμαι. Δεν νοιώθω φόβο, αλλά το σκέφτομαι. Είναι άραγε το ίδιο να φοβάσαι και να σκέφτεσαι τον φόβο;  Κολυμπώ, σε αυτό που λέγεται ζω σε μια ζωή, δίχως δεσμεύσεις τρόμου, δίχως αλυσίδες. Πνίγομαι, γιατί έπεσα και απο τα χείλη μου στάζει αίμα, αλμυρό. Στάζει, μέσα στο αλμυρό νερό. Δεν θέλω να πνιγώ, ανοίγω το στόμα μου μα δεν ξέρω τι καταπίνω. Αίμα ή νερό; Έτσι είναι και η ζωή. Τη ρουφάς αχόρταγα, αλλά δεν ξέρεις αν η γεύση της θα είναι νερού η αίματος. Λίγο πριν πνιγώ, μια τελευταία εικόνα στην έρημη θάλασσα. Η θάλασσα, λένε αντικατοπτρίζει την ζωή.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015







Προχωρώ, παραδωμένος στον ανελέητο πόνο μου.
 Μπαίνω στο σπίτι μου.
Κουρασμένος, παραιτημένος, διεφθαρμένος απο την παραίτηση.
Έζησα με τους ευτυχισμένους, αλλά δεν ένιωσα καλύτερα.


Η τηλεόραση ανοιχτή, μιλά, σκορπώντας τον θάνατο.
Αιματηρό ατύχημα. Το όχημα, συγκρούστηκε με το όχημα.
Εγώ με τι συγκρούστηκα;

Επέστρεψα.
Σπίτι, τοίχος ή θλιβερή απομόνωση;
Ακούω την ευτυχία.
Σύντομα θα παρασυρθώ απο τον κόσμο της.
Συνηθίζω να καταστρέφω, ότι με παρασύρει.


Παντού, στους τοίχους, υπάρχουν ενυδρεία, σιωπές αθάνατων ψαριών, εύπλαστα σχήματα, εύθραυστων πλασμάτων.
Ακούω, τα θραύσματα του νερού. Υποχρεωτικά. Υποχρέωση, σημαίνει δίχως επιλογή.
Υποχρέωση σημαίνει, δίχως ελευθερία.
Επιλεγμένος και ελεύθερος.
Πρόσωπα που ήταν ζωντανά εδώ, τώρα είναι νεκρά αλλού.


Ζαλίζομαι απο τις θλιβερές εικόνες των πιστών,
Εδώ έζησαν άνθρωποι τυφλωμένοι απο την πίστη. Όχι, εγώ.
Εγώ ζω, δίχως πίστη,
Καταδικασμένος, να βλέπω. Να βλέπω, Να βλέπω.
Αγγελικά πλάσματα. Πρόσωπα θρησκευτικά. Αλλοτρίωση. Αποξένωση, Στοιχειωμένο βλέμμα.
Με κατηγορούν, αλλά δεν χρειάζομαι κανένα αθάνατο πλάσμα, να με απαλλάξει απο την ζωή.
Θέλω να σπάσω τον θρίαμβο της ανειλικρίνειας.
Έχω πάψει να πιστεύω. Αυτό κανονικά δεν έπρεπε να είναι το σπίτι μου.
Δεν είναι το σπίτι μου.
Είμαι χτισμένος, σε ένα μακάβριο πλαίσιο διαβίωσης.
Ψάρια κολυμπούν ολόγυρα μου, νεκρικές εικόνες, υπόσχονται αθανασία


Έφυγα, αλλά ξέρω πως ζηλεύουν την ευτυχία μου.
Μου χτυπούν την πόρτα, αλλα ίσως να είναι η επινόηση μιας παράβασης.
Με ενοχλούν. Δεν ξέρω πως να διώξω άτομα που νοιάζονται.
Οι αποσκελετωμωμένες συνειδήσεις συμφερόντων, χτυπούν την πόρτα μου.
Η ελέυθερη συνείδηση μου εξαγριώνεται.

Ανοίγω,

Απο επιλογή.
Απο συνείδηση.
Απο εξαγρίωση.











Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

Ένοχο περπάτημα στην ακρογιαλιά.
Κουβαλώ, το θλιβερό απόσταγμα της συνείδησης μου.
Η νύχτα, με οδήγησε εδώ.
Κατευθύνθηκα προς τη θάλασσα

Βύθισα τα χέρια μου στο νερό.
Τα είδωλα των χεριών μου.
Τις σκέψεις βυθίζω,
Αφελής υπεράσπιση του ευατού μου.

Φωνή που εξαγνίζει την ψευδαίσθηση
Τα όνειρα θα πραγματοποιηθούν.
Ταρακουνώ τα χέρια μου, δυνατά.
Προκαλώ, τη συντριβή της θάλασσας.

Θλιβερά θα αφανίσω τον ευατό μου.
Βυθίζω το κεφάλι μου στο νερό.
Ο μικρόκοσμος της θάλασσας μου,
Η κατάκτηση του να στερείσαι οξυγόνο

Το νερό, τυλίγει το πρόσωπο μου,
πνίγει όσα κατάφερα.
Βλέπω τα πάντα, Τα ψάρια, τις πέτρες.
Το είδωλο του ουρανού.

Πνίγομαι.
Θα ήθελα να γίνω παντολόγος.
Θα έβλεπα τα πάντα με τη μάσκα μου.
Με τα μάτια.

Σωπαίνει η θάλασσα.
 Η σιωπή, συμβαίνει μετά τη συντριβή.
Οι νεκροί σιωπούν...
Ίσως και να ελπίζουν.

Δεν ξέρω τι μου στέρησε ο πνιγμός.
Κάποιος απο πάνω κοιτά,
Κάποιος άνθρωπος.
Κάποιος που θλίβεται, για τον πνιγμό.

Ίσως να χαίρεται.
Κανείς, δεν μπορεί ανάποδα, είδωλα να δεί.
Βλέπει τις σκέψεις μου.
Πως θέλω να βγω, να ξαναζήσω.

Μα έχω πνιγεί και ελπίζω.
Πνίγηκαν όσα θα καταφέρω,
Τα είδωλα των σκέψεων,
Ανέφικτα να ζεις και να παλεύεις.

Φωνή που καταμαρτυρεί το θάνατο
Τα όνειρα θα διαλυθούν,
Θρυμματίζω τα χέρια μου, δυνατά
Συντρίβομαι με τη θάλασσα.